• Συνεχίζονται οι σαρωτικοί και κυρίως οι διασταυρωτικοί έλεγχοι που διενεργούνται από τις υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. με ιδιαίτερη προτεραιοποίηση που δίδεται σε υποθέσεις που αφορούν:
  1. Έλεγχοι σύνταξης Φακέλου τεκμηρίωσης τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών (TRANSFER PRICING). 
  2. Διακίνηση χρήματος, με σκοπό τη διερεύνηση για ύπαρξη μαύρου χρήματος και πιθανής διαφεύγουσας φορολογητέας ύλης. Αυτό επιτυγχάνεται με άνοιγμα ιδιωτικών και εταιρικών λογαριασμών, ελέγχοντας την κάθε συναλλακτική πράξη κυρίως των καταθέσεων. Παράλληλα με τον έλεγχο αυτό χρησιμοποιούνται και οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου για τον προσδιορισμό φορολογητέας ύλης με την εφαρμογή κυρίως της μεθόδου προσαύξησης της περιουσίας.
  3. Ειδικοί έλεγχοι διενεργούνται για συναλλαγές με εταιρείες offshore και εταιρείες με προνομιακό φορολογικό καθεστώς (όπως Βουλγαρία, Κύπρος). 
  4. Έλεγχος δαπανών. Έλεγχος της παραγωγικότητας των δαπανών της επιχείρησης.
  • Νέος φραγμός στην παράταση της παραγραφής φορολογικών υποθέσεων
    Με την απόφαση της ΔΕΔ Αθήνας αρ.αποφ. 1026/2018, εξετάσθηκε υπόθεση εταιρείας η οποία δεν παρακράτησε και δεν υπέβαλε φόρο του άρθρου 13 του ν. 2238/1994 και αποφάσισε, ότι αυτή η πράξη δε συμπαρασύρει σε δεκαπενταετή παραγραφή το δικαίωμα του Δημοσίου να εκδώσει οριστική πράξη προσδιορισμού φόρου εισοδήματος εφόσον η δήλωση φορολογίας εισοδήματος έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα. Για την εν λόγω δήλωση υπάρχει αυτοτελής υποχρέωση υποβολής της, ενώ συντάσσεται ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου και εκδίδεται ιδιαίτερη πράξη προσδιορισμού του φόρου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
  • Πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία 
    Σύμφωνα με την απόφαση ΣτΕ 336/2018, η Φορολογική Αρχή βαρύνεται για την απόδειξη της εικονικότητας. «Προς τούτο αρκεί, κατ’ αρχήν, ν’ αποδείξει είτε ότι ο εκδότης του φορολογικού στοιχείου είναι φορολογικώς ανύπαρκτος, ήτοι δεν είχε δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε είχε θεωρήσει στοιχεία στην αρμόδια φορολογική αρχή (οπότε ο λήπτης βαρύνεται πλέον ν’ αποδείξει την αλήθεια της συναλλαγής και την καλή του πίστη κατά το χρόνο πραγματοποιήσεώς της), είτε ότι ο ανωτέρω εκδότης είναι φορολογικώς μεν υπαρκτός αλλά συναλλακτικώς ανύπαρκτος (οπότε, επί αποδείξεως ανυπαρξίας της συναλλαγής, δεν είναι δυνατόν να τεθεί θέμα καλής πίστεως του λήπτη του εικονικού στοιχείου), ή ότι, ενόψει των επιχειρηματικών του δυνατοτήτων, όπως προκύπτουν από την συνολική εκτίμηση της συναλλακτικής του συμπεριφοράς και της φύσεως και του κύκλου εργασιών του, δεν είναι δυνατόν να ήταν σε θέση να εκπληρώσει την επίμαχη παροχή (οπότε, και πάλι, ο λήπτης του φορολογικού στοιχείου βαρύνεται ν’ αποδείξει την αλήθεια της συναλλαγής, ήτοι ότι αυτή πραγματοποιήθηκε μεταξύ αυτού και του φερόμενου ως εκδότου, έτσι όπως περιγράφεται στο τιμολόγιο)».

Επιστημονική ομάδα της ARTION με την καθοδήγηση του Γιώργιου Δαλιάνη